squealing
squea
ˈskwi:
skvi
ling
lɪng
ling
squeakingsquallingsqueezing

Ορισμός και σημασία του "squealing"στα αγγλικά

01

στριγκλιστός, οξύς

creating or having a high-pitched and usually loud noise that is typically caused by friction or pressure 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most squealing
συγκριτικός βαθμός
more squealing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, mechanics

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

squealing
squeal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store