Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
squeamish
01
ευαίσθητος, λεπτός
easily sickened by unpleasant things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most squeamish
συγκριτικός βαθμός
more squeamish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became squeamish at the thought of handling the raw meat while cooking.
Έγινε ευαίσθητος με τη σκέψη να χειριστεί το ωμό κρέας ενώ μαγείρευε.
Λεξικό Δέντρο
squeamishly
squeamishness
squeamish



























