squeamish
squea
ˈskwi:
skvi
mish
mɪʃ
mish
beamish

Ορισμός και σημασία του "squeamish"στα αγγλικά

01

ευαίσθητος, λεπτός

easily sickened by unpleasant things 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most squeamish
συγκριτικός βαθμός
more squeamish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt squeamish when she saw the blood on the floor after the accident. 

Αισθάνθηκε αηδία όταν είδε το αίμα στο πάτωμα μετά το ατύχημα.

Λεξικό Δέντρο

squeamishly
squeamishness
squeamish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store