squeal
squeal
skwil
σκουιλ
/skwˈiːl/

Ορισμός και σημασία του "squeal"στα αγγλικά

to squeal
01

καταδίδω, μουντζώνω

confess to a punishable or reprehensible deed, usually under pressure
to squeal definition and meaning
02

τσιρίζω, ουρλιάζω

to make a long high cry such as a pig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeal
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeals
ενεστώτα μετοχή
squealing
απλός αόριστος
squealed
παθητική μετοχή
squealed
Παραδείγματα
She squealed with joy when she saw the surprise party.
Αυτή τσίριξε από χαρά όταν είδε το πάρτι έκπληξη.
01

στριγκλιά, διαπεραστική κραυγή

a sharp long cry or sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store