Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squeal
01
καταδίδω, μουντζώνω
confess to a punishable or reprehensible deed, usually under pressure
02
τσιρίζω, ουρλιάζω
to make a long high cry such as a pig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeal
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeals
ενεστώτα μετοχή
squealing
απλός αόριστος
squealed
παθητική μετοχή
squealed
Παραδείγματα
She squealed with joy when she saw the surprise party.
Αυτή τσίριξε από χαρά όταν είδε το πάρτι έκπληξη.
Squeal
01
στριγκλιά, διαπεραστική κραυγή
a sharp long cry or sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeals
Λεξικό Δέντρο
squealer
squealing
squeal



























