Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squeak
01
τσιρίζω, κνισώ
to make a short high-pitched noise or cry
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeak
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeaks
ενεστώτα μετοχή
squeaking
απλός αόριστος
squeaked
παθητική μετοχή
squeaked
Παραδείγματα
The mouse squeaked when it saw the cat approaching.
Το ποντίκι τσίριξε όταν είδε τη γάτα να πλησιάζει.
Squeak
01
τσίριγμα, τρίξιμο
a short high-pitched sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeaks
02
μια επιτυχία με το παραμικρό, μια στενή νίκη
something achieved (or escaped) by a narrow margin
Λεξικό Δέντρο
squeaker
squeaking
squeak



























