to squeak
Pronunciation
/ˈskwik/

Ορισμός και σημασία του "squeak"στα αγγλικά

to squeak
01

τσιρίζω, κνισώ

to make a short high-pitched noise or cry
Intransitive
to squeak definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squeak
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeaks
ενεστώτα μετοχή
squeaking
απλός αόριστος
squeaked
παθητική μετοχή
squeaked
Παραδείγματα
Startled by the unexpected noise, the bird let out a tiny squeak.
Ανατριχιάζοντας από τον απροσδόκητο θόρυβο, το πουλί αφήνει ένα μικρό τσίριγμα.
01

τσίριγμα, τρίξιμο

a short high-pitched sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squeaks
02

μια επιτυχία με το παραμικρό, μια στενή νίκη

something achieved (or escaped) by a narrow margin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store