spice
spice
spaɪs
spais
slicespacespikespine

Ορισμός και σημασία του "spice"στα αγγλικά

01

μπαχαρικό

a type of dried plant with a pleasant smell used to add taste or color to the food 
spice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spices
Παραδείγματα
Cinnamon is a versatile spice that can be used in both sweet and savory dishes. 

Η κανέλα είναι ένα μπαχαρικό πολλαπλών χρήσεων που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο σε γλυκά όσο και σε αλμυρά πιάτα.

02

μπαχαρικό, πικάντικη γεύση

the quality of being highly seasoned or having strong, aromatic flavor 
Παραδείγματα
Curry powders add spice to the meal. 

Οι σκόνες κάρυ προσθέτουν μπαχαρικά στο γεύμα.

to spice
01

κατακράω, μπαζώνω

to add flavorful seasonings to food 
Transitive: to spice food
to spice definition and meaning
Παραδείγματα
She spices the curry with a blend of aromatic spices for a rich taste. 

Εκείνη αρωματίζει το κάρυ με ένα μείγμα από αρωματικά μπαχαρικά για ένα πλούσιο γεύση.

02

κατακλύζω με μπαχαρικά, ζωντανεύω

to make something more lively, thrilling, or enjoyable 
Transitive: to spice sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spice
γ΄ ενικό πρόσωπο
spices
ενεστώτα μετοχή
spicing
απλός αόριστος
spiced
παθητική μετοχή
spiced
Παραδείγματα
Adding a bit of humor can spice an otherwise dull presentation and keep the audience engaged. 

Η προσθήκη λίγου χιούμορ μπορεί να καθαργυρίσει μια διαφορετικά βαρετή παρουσίαση και να κρατήσει το κοινό ενδιαφερόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store