spiccato
spi
spɪ
spi
cca
ˈkɑ:
kaa
to
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "spiccato"στα αγγλικά

01

σπικατό, αναπηδώντας

a technique in music for string instruments where the bow bounces lightly off the strings, creating short, crisp notes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spiccatos
Παραδείγματα
The violinist used spiccato to add a lively texture to the piece. 

Ο βιολιστής χρησιμοποίησε το spiccato για να προσθέσει μια ζωντανή υφή στο κομμάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store