spiccato
Pronunciation
/spɪkˈɑːɾoʊ/

Ορισμός και σημασία του "spiccato"στα αγγλικά

01

σπικατό, αναπηδώντας

a technique in music for string instruments where the bow bounces lightly off the strings, creating short, crisp notes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spiccatos
Παραδείγματα
Spiccato is commonly used in Baroque music for expressive effect.
Το spiccato χρησιμοποιείται συνήθως στη μπαρόκ μουσική για εκφραστικό εφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store