Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spatchcock
01
κοτόπουλο σπάτσκοκ, πουλί σπάτσκοκ
a chicken or game bird prepared by splitting it along the back for grilling or roasting, typically fresh
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spatchcocks
Παραδείγματα
A spatchcock can be marinated overnight for better flavor.
Ένα σπάτσκοκ μπορεί να μαριναριστεί όλη τη νύχτα για καλύτερη γεύση.
to spatchcock
01
αποκόκκινωμα και ισοπέδωση, προετοιμασία με τη μέθοδο spatchcock
to split and flatten a poultry or game bird for cooking
Παραδείγματα
She prefers to spatchcock her quail before grilling them to perfection.
Προτιμά να επιπεδώνει την ορτύκια της πριν τις ψήσει στην τελειότητα.
02
εμβάλλω, εισάγω
to insert or interpolate words, phrases, or elements into a sentence, story, or text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spatchcock
γ΄ ενικό πρόσωπο
spatchcocks
ενεστώτα μετοχή
spatchcocking
απλός αόριστος
spatchcocked
παθητική μετοχή
spatchcocked
Παραδείγματα
They spatchcock extra dialogue into the script for effect.
Αυτοί σπατσκόκουν επιπλέον διάλογο στο σενάριο για εφέ.



























