Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sober up
01
ξεμεθάω, επιστρέφω στην πραγματικότητα
to stop being under the influence of alcohol
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
sober
ενεστώτας
sober up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobers up
ενεστώτα μετοχή
sobering up
απλός αόριστος
sobered up
παθητική μετοχή
sobered up
Παραδείγματα
After a night of heavy drinking, he needed time to sober up before facing the day.
Μετά από μια νύχτα βαριάς μέθης, χρειαζόταν χρόνο για να ξεμεθύσει πριν αντιμετωπίσει την ημέρα.
02
ξεμεθάω, μειώνω τα αποτελέσματα του αλκοόλ
to reduce the effects of alcohol in a person's system
Παραδείγματα
The medical staff provided treatment to effectively sober the patient up and prevent further complications.
Το ιατρικό προσωπικό παρείχε θεραπεία για να ξεμεθύσει αποτελεσματικά τον ασθενή και να αποτρέψει περαιτέρω επιπλοκές.
03
ξυπνάω από τη ζάλη, γίνομαι πιο ρεαλιστικός
to become alert, often after a period of excitement or unrealistic thinking
Παραδείγματα
After the initial excitement wore off, he began to sober up and consider the practical challenges of the project.
Αφού ξεθύμανε η αρχική έξαψη, άρχισε να ξαναβρίσκει τις αισθήσεις του και να σκέφτεται τις πρακτικές προκλήσεις του έργου.



























