Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snivel
01
κλαψουρίζω, κλαίω
to cry or whine with sniffling sounds
Intransitive
Παραδείγματα
The tired toddler began to snivel after being denied a second cookie.
Το κουρασμένο νήπιο άρχισε να κλαψουρίζει αφού του αρνήθηκαν ένα δεύτερο μπισκότο.
02
κλαψουρίζω, ρουφώ τη μύτη μου
to sniff repeatedly, often due to a cold or emotional distress
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
snivels
ενεστώτα μετοχή
sniveling
απλός αόριστος
sniveled
παθητική μετοχή
sniveled
Παραδείγματα
She couldn't stop sniveling from the cold air in the room.
Δεν μπορούσε να σταματήσει να ρουφάει τη μύτη της λόγω του κρύου αέρα στο δωμάτιο.
03
κλαψουρίζω, γκρινιάζω
to express dissatisfaction or discomfort in a whiny, tearful, or self-pitying manner
Intransitive: to snivel about sth
Παραδείγματα
He was sniveling about how unfair the situation was, even though it was his own fault.
κλαψουρίζε για το πόσο άδικη ήταν η κατάσταση, παρόλο που ήταν δικό του λάθος.
Snivel
01
κλαψούρισμα, γκρίνια
whining in a tearful manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snivels
02
ρουθούνισμα, μούτσος
the act of breathing heavily through the nose (as when the nose is congested)



























