Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sneer
01
χλεύη, ειρωνικό χαμόγελο
a smile or remark directed at someone as a sign of mockery or disrespect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sneers
Παραδείγματα
His sneer made it clear he thought the idea was foolish.
Το χλευαστικό του χαμόγελο έκανε σαφές ότι πίστευε ότι η ιδέα ήταν ανόητη.
02
χλευασμός, περιφρονητικό σχόλιο
a spoken comment that expresses contempt, scorn, or ridicule
Παραδείγματα
His speech was full of sneers at the opposition.
Η ομιλία του ήταν γεμάτη χλευασμούς προς την αντιπολίτευση.
to sneer
01
χλευάζω με το χαμόγελο, χαμογελώ περιφρονητικά
to curl the lip in a contemptuous smile, showing scorn or disdain
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sneer
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneers
ενεστώτα μετοχή
sneering
απλός αόριστος
sneered
παθητική μετοχή
sneered
Παραδείγματα
The bully sneered at the smaller kids, making them feel uncomfortable.
Ο νταής χλεύαζε τα μικρότερα παιδιά, κάνοντάς τα να νιώθουν άβολα.
02
χλευάζω, γελώ περιφρονητικά
to speak in a way that openly expresses contempt, ridicule, or mockery
Transitive: to sneer that
Παραδείγματα
"Is that your best idea?" he sneered.
"Είναι αυτή η καλύτερη ιδέα σου;" ειρωνεύτηκε.



























