snick
snick
snɪk
σνικ
/snˈɪk/

Ορισμός και σημασία του "snick"στα αγγλικά

to snick
01

κόβω με ακρίβεια, κάνω μια ακριβή τομή

to make a slight and precise cut, typically with a razor or a sharp tool
Transitive: to snick sth
to snick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snick
γ΄ ενικό πρόσωπο
snicks
ενεστώτα μετοχή
snicking
απλός αόριστος
snicked
παθητική μετοχή
snicked
Παραδείγματα
Using a straight razor, he snicked the unwanted stubble with precision.
Χρησιμοποιώντας ένα ξυράφι, κόβει με ακρίβεια τα ανεπιθύμητα γένια.
02

αγγίζω ελαφρά, χτυπώ ελαφρά

to make a slight, often barely audible, contact between the cricket ball and the edge of the batsman's bat
Transitive: to snick a cricket ball
Παραδείγματα
The opening batsman was cautious after snicking the ball in the previous over.
Ο αρχικός σκόρερ ήταν προσεκτικός αφού άγγιξε ελαφρά την μπάλα στο προηγούμενο over.
01

μικρό κόψιμο, εγκοπή

a small cut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snicks
02

μια παρφή επαφή με την μπάλα από την άκρη του ρόπαλου του κρίκετ, ελαφρύ άγγιγμα της μπάλας με την άκρη του ρόπαλου του κρίκετ

a glancing contact with the ball off the edge of the cricket bat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store