Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sneak
01
κρυφοπερπατώ, γλιστράω
to move quietly and stealthily, often with the intention of avoiding detection or being unnoticed
Intransitive: to sneak somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sneak
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks
ενεστώτα μετοχή
sneaking
απλός αόριστος
snuck
παθητική μετοχή
snuck
Παραδείγματα
The cat often sneaks into the neighbor's yard to explore.
Η γάτα κρυφοπερνάει συχνά στην αυλή του γείτονα για να εξερευνήσει.
02
γλιστράω, εισχωρώ κρυφά
to move or bring someone or something in a discreet, furtive, or stealthy manner
Transitive: to sneak sth somewhere
Παραδείγματα
The spy had to sneak the confidential documents out of the heavily guarded facility.
Ο κατάσκοπος έπρεπε να κρυφτεί τα εμπιστευτικά έγγραφα από την ισχυρά φυλασσόμενη εγκατάσταση.
03
κρυφαποκτώ, κλέβω
to take something surreptitiously or without permission
Transitive: to sneak sth
Παραδείγματα
The mischievous child decided to sneak a few extra cookies from the jar when no one was in the kitchen.
Το σκανταλιάρικο παιδί αποφάσισε να κλέψει μερικά επιπλέον μπισκότα από το βάζο όταν δεν ήταν κανείς στην κουζίνα.
Sneak
01
ύποπτος, κατασκόπος
someone who prowls or sneaks about; usually with unlawful intentions
02
ύπουλος, προδότης
a person underhanded, deceitful, or habitually sneaky
informal
offensive
Παραδείγματα
That sneak stole my idea and took credit.
Αυτός ο ύπουλος έκλεψε την ιδέα μου και πήρε την πίστωση.
03
πληροφοριοδότης, κατάδότης
someone acting as an informer or decoy for the police
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sneaks
sneak
01
κρυφός, προσεκτικός
marked by quiet and caution and secrecy; taking pains to avoid being observed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sneakiest
συγκριτικός βαθμός
sneakier
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sneaker
sneaking
sneak



























