Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snatched
01
υπέροχος, ελκυστικός
amazing, attractive, or perfectly styled; often used to describe a person with a narrow waist
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snatched
συγκριτικός βαθμός
more snatched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, fashion, body
Παραδείγματα
Her waist looks snatched in that dress.
Η μέση της φαίνεται καταπληκτική σε αυτό το φόρεμα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
snatched
snatch



























