snatched
Pronunciation
/ˈsnætʃt/

Ορισμός και σημασία του "snatched"στα αγγλικά

01

υπέροχος, ελκυστικός

amazing, attractive, or perfectly styled; often used to describe a person with a narrow waist
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snatched
συγκριτικός βαθμός
more snatched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Everyone admired her snatched figure at the party.
Όλοι θαύμαζαν την τέλεια φιγούρα της στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store