slush
slush
sləʃ
σλασ
/slˈʌʃ/

Ορισμός και σημασία του "slush"στα αγγλικά

01

ημιλιωμένο χιόνι, λάσπη από χιόνι

partially melted snow or ice, often forming a wet and muddy mixture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The slush on the driveway made it challenging for the homeowners to clear a path for their cars.
Ο λάσπη στο δρόμο έκανε δύσκολο για τους ιδιοκτήτες να καθαρίσουν ένα μονοπάτι για τα αυτοκίνητά τους.
to slush
01

χύνω, πιτσιλίζω

to spill or splash a liquid heavily or clumsily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slush
γ΄ ενικό πρόσωπο
slushes
ενεστώτα μετοχή
slushing
απλός αόριστος
slushed
παθητική μετοχή
slushed
Παραδείγματα
Winter boots slushed through melting snow on the sidewalk.
Τα χειμωνιάτικα μπότες πλατσούριζαν μέσα στο λιωμένο χιόνι στο πεζοδρόμιο.
02

πλατσουρίζω, κυματίζω

to produce a splashing sound
Παραδείγματα
The melting ice slushed into the basin.
Ο λιωμένος πάγος πλατσούρισε στη λεκάνη.

Λεξικό Δέντρο

slushy
slush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store