Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slush
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The streets turned into slush after the snow started to melt in the warmer weather.
Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε λιωμένο χιόνι αφού το χιόνι άρχισε να λιώνει στον πιο ζεστό καιρό.
to slush
01
χύνω, πιτσιλίζω
to spill or splash a liquid heavily or clumsily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slush
γ΄ ενικό πρόσωπο
slushes
ενεστώτα μετοχή
slushing
απλός αόριστος
slushed
παθητική μετοχή
slushed
Παραδείγματα
He slushed water all over the floor while filling the bucket.
Έριξε νερό παντού στο πάτωμα ενώ γέμιζε τον κουβά.
02
πλατσουρίζω, κυματίζω
to produce a splashing sound
Παραδείγματα
The waves slushed against the sides of the boat.
Τα κύματα πλατάγιζαν στις πλευρές της βάρκας.



























