slurred
Pronunciation
/ˈsɫɝd/

Ορισμός και σημασία του "slurred"στα αγγλικά

01

ασαφής, δυσνόητος

(of speech) indistinct and difficult to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slurred
συγκριτικός βαθμός
more slurred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slurred announcement over the intercom left passengers asking for clarification.
Η ασαφής ανακοίνωση μέσω του διαπόμπου άφησε τους επιβάτες να ζητούν διευκρινίσεις.

Λεξικό Δέντρο

slurred
slur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store