slurred
slurred
slɜ:d
slēd
blurredunhearduncuredstirred

Ορισμός και σημασία του "slurred"στα αγγλικά

01

ασαφής, δυσνόητος

(of speech) indistinct and difficult to understand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slurred
συγκριτικός βαθμός
more slurred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His slurred speech made it hard to understand what he was trying to say. 

Η ασαφής ομιλία του έκανε δύσκολο να καταλάβει κανείς τι προσπαθούσε να πει.

Λεξικό Δέντρο

slurred
slur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store