slurry
slu
ˈslʌ
sla
rry
ri
ri
scurry

Ορισμός και σημασία του "slurry"στα αγγλικά

01

λάσπη, αιώρημα

a mixture consisting of a liquid and solid particles suspended within it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The cement truck carried a slurry of water and cement to the construction site. 

Το φορτηγό τσιμέντου μετέφερε ένα μίγμα νερού και τσιμέντου στο εργοτάξιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slurry
slur
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store