Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slur
01
κηλίδα, βρωμιά
a blemish made by dirt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slurs
02
προσβολή, ύβρις
a mean or hurtful word or comment that is used to insult or put down someone based on their race, gender, or other traits
03
σύνδεσμος, γραμμή λεγκάτο
(music) a curved line indicating smooth, connected play between notes
Παραδείγματα
The pianist used a slur to connect the notes of the legato passage, creating a seamless and flowing melody.
Ο πιανίστας χρησιμοποίησε μια σύνδεση για να συνδέσει τις νότες του πασάζ legato, δημιουργώντας μια απρόσκοπτη και ρέουσα μελωδία.
to slur
01
γίνομαι ασαφής, ξεθωριάζω
become vague or indistinct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slur
γ΄ ενικό πρόσωπο
slurs
ενεστώτα μετοχή
slurring
απλός αόριστος
slurred
παθητική μετοχή
slurred
02
μουρμουρίζω, τραυλίζω
utter indistinctly
03
δυσφημώ, συκοφαντώ
speak disparagingly of; e.g., make a racial slur
04
συνδέω, ενώνω
to perform a series of musical notes smoothly and without separation
Παραδείγματα
He slurs the notes together in the lyrical passage, creating a seamless melody.
Συνδέει τις νότες μαζί στο λυρικό πέρασμα, δημιουργώντας μια απρόσκοπτη μελωδία.



























