setback
set
ˈsɛt
set
back
bæk
bāk
wetbackset-back

Ορισμός και σημασία του "setback"στα αγγλικά

01

οπισθοδρόμηση, εμπόδιο

a problem that gets in the way of a process or makes it worse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
setbacks
Παραδείγματα
The unexpected financial setback forced them to postpone their expansion plans. 

Το απροσδόκητο οικονομικό εμπόδιο τους ανάγκασε να αναβάλουν τα σχέδιά τους για επέκταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

setback

set

+

back

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store