Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Obstacle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
obstacles
Παραδείγματα
Fear of failure was the main obstacle to her success.
Ο φόβος της αποτυχίας ήταν το κύριο εμπόδιο για την επιτυχία της.
02
εμπόδιο, κώλυμα
a physical object that blocks movement or progress
Παραδείγματα
Fallen trees formed an obstacle on the hiking trail.
Τα πεσμένα δέντρα σχημάτισαν ένα εμπόδιο στο μονοπάτι πεζοπορίας.



























