obstacle
obs
ˈɒbs
obs
ta
cle
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "obstacle"στα αγγλικά

01

δυσκολία, πρόκληση

an intangible difficulty or challenge that must be overcome 
obstacle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
obstacles
Παραδείγματα
Fear of failure was the main obstacle to her success. 

Ο φόβος της αποτυχίας ήταν το κύριο εμπόδιο για την επιτυχία της.

02

εμπόδιο, κώλυμα

a physical object that blocks movement or progress 
Παραδείγματα
Fallen trees formed an obstacle on the hiking trail. 

Τα πεσμένα δέντρα σχημάτισαν ένα εμπόδιο στο μονοπάτι πεζοπορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store