set-to
set
sɛt
σετ
to
tu:
του
/sˈɛttuː/

Ορισμός και σημασία του "set-to"στα αγγλικά

01

καβγάς, τσακωμός

a minor argument or fight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
set-tos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store