setback
Pronunciation
/ˈsɛtbæk/

Ορισμός και σημασία του "setback"στα αγγλικά

01

οπισθοδρόμηση, εμπόδιο

a problem that gets in the way of a process or makes it worse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
setbacks
Παραδείγματα
After facing several setbacks, they finally completed the renovation of their home.
Αφού αντιμετώπισαν αρκετές αποτυχίες, τελικά ολοκλήρωσαν την ανακαίνιση του σπιτιού τους.

Λεξικό Δέντρο

setback

set

+

back

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store