Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrape by
[phrase form: scrape]
01
τα βγάζω πέρα, επιβιώνω με δυσκολία
to have just enough money or resources to survive, but not much more
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
scrape
ενεστώτας
scrape by
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrapes by
ενεστώτα μετοχή
scraping by
απλός αόριστος
scraped by
παθητική μετοχή
scraped by
Παραδείγματα
The artist scraped by on occasional freelance work between projects.
Ο καλλιτέχνης ζούσε οριακά με μερικές ελεύθερες εργασίες ανάμεσα στα έργα.
02
τα καταφέρνω με το ζόρι, τα βγάζω πέρα με δυσκολία
to succeed at something with the least possible effort or skill
Παραδείγματα
Despite the tough competition, he managed to scrape by and secure the last spot on the team.
Παρά τον σκληρό ανταγωνισμό, κατάφερε να τα βγάλει πέρα με το ζόρι και να εξασφαλίσει την τελευταία θέση στην ομάδα.



























