Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrape by
01
τα βγάζω πέρα, επιβιώνω με δυσκολία
to have just enough money or resources to survive, but not much more
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
scrape
ενεστώτας
scrape by
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrapes by
ενεστώτα μετοχή
scraping by
απλός αόριστος
scraped by
παθητική μετοχή
scraped by
Παραδείγματα
The single mother with two jobs is barely scraping by.
Η μοναδική μητέρα με δύο δουλειές μετά βίας τα βγάζει πέρα.
02
τα καταφέρνω με το ζόρι, τα βγάζω πέρα με δυσκολία
to succeed at something with the least possible effort or skill
Παραδείγματα
He scraped by in the marathon, finishing just seconds before the cutoff time.
Πέρασε με το ζόρι στον μαραθώνιο, τερματίζοντας μόλις δευτερόλεπτα πριν από τον χρόνο αποκοπής.



























