Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scraper
01
ξύστρα, γρατζούνι
a tool for removing dirt, paint, or other unwanted matter from a surface by scraping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrapers
Λεξικό Δέντρο
scraper
scrap



























