Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scrappy
01
ακατάστατος, αποδιοργανωμένος
having a messy and disorganized appearance or structure
Παραδείγματα
Their presentation seemed scrappy, with slides thrown together at the last minute.
Η παρουσίασή τους φαινόταν ακατάστατη, με διαφάνειες που συγκεντρώθηκαν την τελευταία στιγμή.
02
μαχητικός, πολεμιστής
full of fighting spirit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
scrappiest
συγκριτικός βαθμός
scrappier
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
scrappily
scrappiness
scrappy
scrap



























