Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scrappy
01
ακατάστατος, αποδιοργανωμένος
having a messy and disorganized appearance or structure
Παραδείγματα
The makeshift shelter was scrappy, constructed from salvaged materials and tarps.
Ο προσωρινός καταφύγιος ήταν ακατάστατος, κατασκευασμένος από ανακτηθέντα υλικά και τεντόνες.
02
μαχητικός, πολεμιστής
full of fighting spirit
Λεξικό Δέντρο
scrappily
scrappiness
scrappy
scrap



























