scathing
Pronunciation
/ˈskeɪðɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "scathing"στα αγγλικά

01

δριμύς, πικρός

severely critical or harsh
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scathing
συγκριτικός βαθμός
more scathing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His scathing comments about the new policy were intended to provoke a strong reaction from the management.
Τα δριμύ σχόλιά του για τη νέα πολιτική είχαν σκοπό να προκαλέσουν μια ισχυρή αντίδραση από τη διοίκηση.

Λεξικό Δέντρο

scathingly
scathing
scathe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store