Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scarper
01
το σκάω, φεύγω βιαστικά
to leave or run away hastily, often with the intention of avoiding trouble, responsibility, or capture
Intransitive: to scarper | to scarper from a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scarper
γ΄ ενικό πρόσωπο
scarpers
ενεστώτα μετοχή
scarpering
απλός αόριστος
scarpered
παθητική μετοχή
scarpered
Παραδείγματα
Upon hearing the approaching police sirens, the graffiti artist decided to scarper from the scene.
Ακούγοντας τις αστυνομικές σειρήνες που πλησίαζαν, ο καλλιτέχνης γκράφιτι αποφάσισε να ξεφύγει από τη σκηνή.



























