Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scat
01
το σκάω, τσακώνω
flee; take to one's heels; cut and run
Scat
01
σκάτ, φωνητική αυτοσχεδιαστική μουσική
vocal improvisation where the singer uses nonsense syllables, rhythms, and melodic variations to create spontaneous and rhythmic expressions
Παραδείγματα
The scat section of the song brought a lively and energetic vibe to the nightclub performance.
Το scat τμήμα του τραγουδιού έφερε μια ζωντανή και ενεργητική ατμόσφαιρα στην παράσταση του νυχτερινού κλαμπ.
Λεξικό Δέντρο
scatter
scat



























