Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scat
01
το σκάω, τσακώνω
flee; take to one's heels; cut and run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scat
γ΄ ενικό πρόσωπο
scats
ενεστώτα μετοχή
scatting
απλός αόριστος
scatted
παθητική μετοχή
scatted
Scat
01
σκάτ, φωνητική αυτοσχεδιαστική μουσική
vocal improvisation where the singer uses nonsense syllables, rhythms, and melodic variations to create spontaneous and rhythmic expressions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scats
Παραδείγματα
Ella Fitzgerald was known for her mastery of scat, effortlessly weaving intricate melodies and rhythms.
Η Έλα Φιτζέραλντ ήταν γνωστή για την κυριαρχία της στο σκάτ, πλέκοντας αβίαστα περίπλοκες μελωδίες και ρυθμούς.
Λεξικό Δέντρο
scatter
scat



























