scarred
scarred
skɑ:d
skaad
scaredstarred

Ορισμός και σημασία του "scarred"στα αγγλικά

01

ουλωμένος, σημαδεμένος

marked with healed wounds or injuries 
scarred definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scarred
συγκριτικός βαθμός
more scarred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sarah's scarred knee bore witness to her childhood adventures and falls. 

Το ουλωμένο γόνατο της Σάρα μαρτυρούσε τις παιδικές της περιπέτειες και πτώσεις.

02

σημαδεμένος, τραυματισμένος

deeply affected or marked by mental or physical pain or injury 

Λεξικό Δέντρο

scarred
scar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store