scarred
Pronunciation
/ˈskɑɹd/

Ορισμός και σημασία του "scarred"στα αγγλικά

01

ουλωμένος, σημαδεμένος

marked with healed wounds or injuries
scarred definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scarred
συγκριτικός βαθμός
more scarred
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scarred skin on his arm told the story of a childhood accident.
Το ουλωμένο δέρμα στο χέρι του έλεγε την ιστορία ενός παιδικού ατυχήματος.
02

σημαδεμένος, τραυματισμένος

deeply affected or marked by mental or physical pain or injury

Λεξικό Δέντρο

scarred
scar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store