Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scarred
01
ουλωμένος, σημαδεμένος
marked with healed wounds or injuries
Παραδείγματα
The scarred skin on his arm told the story of a childhood accident.
Το ουλωμένο δέρμα στο χέρι του έλεγε την ιστορία ενός παιδικού ατυχήματος.
02
σημαδεμένος, τραυματισμένος
deeply affected or marked by mental or physical pain or injury
Λεξικό Δέντρο
scarred
scar



























