rich
rich
rɪʧ
rich
itchditchwhichniche

Ορισμός και σημασία του "rich"στα αγγλικά

01

πλούσιος, ευκατάστατος

owning a great amount of money or things that cost a lot 
rich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
richest
συγκριτικός βαθμός
richer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He invested wisely and became incredibly rich. 

Επένδυσε σοφά και έγινε απίστευτα πλούσιος.

02

πλούσιος, άφθονος

containing a high amount of fat, sugar, or other indulgent ingredients 
rich definition and meaning
Παραδείγματα
The chocolate cake was incredibly rich, with layers of dense chocolate and a generous amount of frosting. 

Η σοκολάτα τούρτα ήταν απίστευτα πλούσια, με στρώσεις πυκνής σοκολάτας και μια γενναιόδωρη ποσότητα γλάσου.

03

πλούσιος, άφθονος

possessing or providing an abundance of resources or qualities 
Παραδείγματα
The region is rich in natural resources, including oil, coal, and fertile soil. 

Η περιοχή είναι πλούσια σε φυσικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένων του πετρελαίου, του κάρβουνου και της γόνιμης γης.

04

βαθύς, κορεσμένος

(of a color) deep, vibrant, and saturated, often evoking a sense of luxury or intensity 
Παραδείγματα
The room was painted in a rich burgundy, making it feel warm and inviting. 

Το δωμάτιο ήταν βαμμένο σε ένα πλούσιο μπορντό, κάνοντάς το να φαίνεται ζεστό και φιλόξενο.

05

γόνιμος, παραγωγικός

marked by great fruitfulness 
06

πλούσιος, μεγάλης αξίας

of great worth or quality 
07

πλούσιος, αφθονός

very productive 
08

πολυτελής, περιφανής

suggestive of or characterized by great expense 
09

πλούσιος, με υψηλή περιεκτικότητα σε μέταλλα

high in mineral content; having a high proportion of fuel to air 
10

πλούσιος, άφθονος

existing in large quantities 
Παραδείγματα
The rainforest is home to a rich variety of flora and fauna. 

Το τροπικό δάσος είναι το σπίτι μιας πλούσιας ποικιλίας χλωρίδας και πανίδας.

11

βαθύς, ηχηρός

deep and full in tone 
Παραδείγματα
Her rich voice filled the concert hall, captivating the audience. 

Η πλούσια φωνή της γέμισε το συναυλιακό χώρο, μαγεύοντας το κοινό.

01

πλούσιοι, πλούτος

people who have possessions and wealth (considered as a group) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rich
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store