overabundant
o
əʊ
εου
ver
βα
a
ə
α
bun
bʌn
μπαν
dant
dənt
νταντ

Ορισμός και σημασία του "overabundant"στα αγγλικά

overabundant
01

υπερβολικός, άφθονος

existing in an excessive or overly plentiful quantity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overabundant
συγκριτικός βαθμός
more overabundant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, excess, nature
Παραδείγματα
The garden was filled with overabundant vegetation, requiring frequent pruning. 

Ο κήπος ήταν γεμάτος με υπερβολική βλάστηση, που απαιτούσε συχνή κλάδευση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overabundant
abundant
abund
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store