Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overachieve
01
υπερβαίνω τις προσδοκίες, επιτυγχάνω πέραν των προσδοκιών
to achieve great success beyond expectations and standards, particularly in a way that exhausts one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overachieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
overachieves
ενεστώτα μετοχή
overachieving
απλός αόριστος
overachieved
παθητική μετοχή
overachieved
Παραδείγματα
She tends to overachieve in every project, often exceeding her own high expectations.
Τείνει να υπερεπιτυγχάνει σε κάθε έργο, συχνά ξεπερνώντας τις υψηλές προσδοκίες της.
Λεξικό Δέντρο
overachieve
achieve



























