Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overachieve
01
υπερβαίνω τις προσδοκίες, επιτυγχάνω πέραν των προσδοκιών
to achieve great success beyond expectations and standards, particularly in a way that exhausts one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overachieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
overachieves
ενεστώτα μετοχή
overachieving
απλός αόριστος
overachieved
παθητική μετοχή
overachieved
Παραδείγματα
The young entrepreneur overachieved in the startup world, quickly surpassing industry norms.
Ο νεαρός επιχειρηματίας ξεπέρασε τις προσδοκίες στον κόσμο των startups, ξεπερνώντας γρήγορα τα βιομηχανικά πρότυπα.
Λεξικό Δέντρο
overachieve
achieve



























