respected
res
rɪs
ris
pec
ˈpɛk
pek
ted
tɪd
tid
reflectedrejected

Ορισμός και σημασία του "respected"στα αγγλικά

01

σεβαστός, εκτιμώμενος

admired and valued by others for one's qualities, achievements, or actions 
respected definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most respected
συγκριτικός βαθμός
more respected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was a respected elder in the community, known for his wisdom and compassion. 

Ήταν ένας σεβαστός γηραιός στην κοινότητα, γνωστός για τη σοφία και τη συμπόνια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store