Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respect
01
σέβομαι, θαυμάζω
to admire someone because of their achievements, qualities, etc.
Transitive: to respect sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
respect
γ΄ ενικό πρόσωπο
respects
ενεστώτα μετοχή
respecting
απλός αόριστος
respected
παθητική μετοχή
respected
Παραδείγματα
He respects his coach for his leadership and guidance on and off the field.
Σέβεται τον προπονητή του για την ηγεσία και την καθοδήγησή του στο γήπεδο και έξω από αυτό.
02
σεβόμαστε
to treat someone's views, rights, wishes, etc. with consideration and esteem
Transitive: to respect someone's views or wishes
Παραδείγματα
Employees should respect their coworkers' boundaries and avoid intruding on their personal space.
Οι εργαζόμενοι πρέπει να σεβονται τα όρια των συναδέλφων τους και να αποφεύγουν την εισβολή στον προσωπικό τους χώρο.
03
σεβόμαι, τηρώ
to follow or obey a law, rule, or principle
Παραδείγματα
Everyone is expected to respect the constitution.
Αναμένεται όλοι να σεβούνται το σύνταγμα.
Respect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
σεβασμός
the condition of being honored (esteemed or respected or well regarded)
03
σεβασμός
courteous regard for people's feelings
Παραδείγματα
His work stands out in every respect.
Η δουλειά του ξεχωρίζει από κάθε άποψη.
Λεξικό Δέντρο
disrespect
respected
respecter
respect



























