Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respect
01
σέβομαι, θαυμάζω
to admire someone because of their achievements, qualities, etc.
Transitive: to respect sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
respect
γ΄ ενικό πρόσωπο
respects
ενεστώτα μετοχή
respecting
απλός αόριστος
respected
παθητική μετοχή
respected
Παραδείγματα
I respect my grandfather for his wisdom and life experiences.
Σέβομαι τον παππού μου για τη σοφία και τις εμπειρίες ζωής του.
02
σεβόμαστε
to treat someone's views, rights, wishes, etc. with consideration and esteem
Transitive: to respect someone's views or wishes
Παραδείγματα
In a healthy relationship, partners respect each other's opinions, decisions, and boundaries.
Σε μια υγιή σχέση, οι σύντροφοι σεβονται τις απόψεις, τις αποφάσεις και τα όρια του άλλου.
03
σεβόμαι, τηρώ
to follow or obey a law, rule, or principle
Παραδείγματα
Citizens must respect the law.
Οι πολίτες πρέπει να σεβονται τον νόμο.
Respect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
σεβασμός
the condition of being honored (esteemed or respected or well regarded)
03
σεβασμός
courteous regard for people's feelings
Παραδείγματα
The two projects are similar in many respects.
Τα δύο έργα είναι παρόμοια σε πολλά στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
disrespect
respected
respecter
respect



























