respawn
re
ri:
ρη
spawn
spɑn
σπαν
/ɹɪspˈɔːn/

Ορισμός και σημασία του "respawn"στα αγγλικά

to respawn
01

αναγεννιέται, εμφανίζεται ξανά

(of a video game character) to come back to life after having been killed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
respaws
ενεστώτα μετοχή
respawning
απλός αόριστος
respawned
παθητική μετοχή
respawned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store