Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respawn
01
αναγεννιέται, εμφανίζεται ξανά
(of a video game character) to come back to life after having been killed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
respaws
ενεστώτα μετοχή
respawning
απλός αόριστος
respawned
παθητική μετοχή
respawned
Λεξικό Δέντρο
respawn
spawn



























