Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
respected
01
σεβαστός, εκτιμώμενος
admired and valued by others for one's qualities, achievements, or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most respected
συγκριτικός βαθμός
more respected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The respected teacher earned admiration from students and colleagues alike for her dedication and expertise.
Ο σεβαστός δάσκαλος κέρδισε τον θαυμασμό των μαθητών και των συναδέλφων για την αφοσίωση και την εμπειρογνωμοσύνη της.
Λεξικό Δέντρο
respected
respect



























