Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resign
01
παραιτούμαι, αποχωρώ
to officially announce one's departure from a job, position, etc.
Intransitive: to resign from a job position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resign
γ΄ ενικό πρόσωπο
resigns
ενεστώτα μετοχή
resigning
απλός αόριστος
resigned
παθητική μετοχή
resigned
Παραδείγματα
She decided to resign from her position as CEO.
Αποφάσισε να παραιτηθεί από τη θέση της ως CEO.
02
παραιτούμαι, αποδέχομαι
to come to terms with an unavoidable or unpleasant situation
Intransitive: to resign to a situation
Transitive: to resign oneself to a situation
Παραδείγματα
He resigned himself to the fact that the trip would have to be canceled.
Παρέδωσε τον εαυτό του στο γεγονός ότι το ταξίδι θα έπρεπε να ακυρωθεί.
03
παραιτούμαι, αποποιούμαι
to give up a possession, privilege, or right
Transitive: to resign a possession or privilege
Παραδείγματα
The king resigned his throne in favor of his son.
Ο βασιλιάς παραιτήθηκε από το θρόνο του υπέρ του γιου του.
Λεξικό Δέντρο
resign
sign



























