to resign
Pronunciation
/rɪˈzaɪn/

Ορισμός και σημασία του "resign"στα αγγλικά

to resign
01

παραιτούμαι, αποχωρώ

to officially announce one's departure from a job, position, etc.
Intransitive: to resign from a job position
to resign definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resign
γ΄ ενικό πρόσωπο
resigns
ενεστώτα μετοχή
resigning
απλός αόριστος
resigned
παθητική μετοχή
resigned
Παραδείγματα
They resigned from the committee in protest of the decision.
Παρέδωσαν την παραίτησή τους από την επιτροπή σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόφαση.
02

παραιτούμαι, αποδέχομαι

to come to terms with an unavoidable or unpleasant situation
Intransitive: to resign to a situation
Transitive: to resign oneself to a situation
Παραδείγματα
Despite his efforts, he had to resign to the company ’s decision.
Παρά τις προσπάθειές του, έπρεπε να παραιτηθεί από την απόφαση της εταιρείας.
03

παραιτούμαι, αποποιούμαι

to give up a possession, privilege, or right
Transitive: to resign a possession or privilege
Παραδείγματα
He resigned his inheritance to avoid family conflicts.
Παρέδωσε την κληρονομιά του για να αποφύγει οικογενειακές συγκρούσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store