relaxed
re
ri
laxed
ˈlækst
lākst
related

Ορισμός και σημασία του "relaxed"στα αγγλικά

01

χαλαρός, ήρεμος

feeling calm and at ease without tension or stress 
relaxed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relaxed
συγκριτικός βαθμός
more relaxed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After a long day at work, he enjoys taking a hot bath to feel relaxed and unwind. 

Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, απολαμβάνει να κάνει ένα ζεστό μπάνιο για να νιώσει χαλαρωμένος και να ξεκουραστεί.

Λεξικό Δέντρο

unrelaxed
relaxed
relax
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store