Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relaxed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relaxed
συγκριτικός βαθμός
more relaxed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, state, well-being
Παραδείγματα
After a long day at work, he enjoys taking a hot bath to feel relaxed and unwind.
Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, απολαμβάνει να κάνει ένα ζεστό μπάνιο για να νιώσει χαλαρωμένος και να ξεκουραστεί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unrelaxed
relaxed
relax



























