serene
se
rene
ˈri:n
rin
serefeserine

Ορισμός και σημασία του "serene"στα αγγλικά

01

γαλήνιος, ήρεμος

characterized by calmness, tranquility, and peacefulness 
serene definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
serenest
συγκριτικός βαθμός
serener
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The serene lake reflected the colors of the sunset, creating a breathtakingly peaceful scene. 

Η γαλήνια λίμνη αντανακλούσε τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, δημιουργώντας μια ειρηνική σκηνή που κόβει την ανάσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store