Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serene
01
γαλήνιος, ήρεμος
characterized by calmness, tranquility, and peacefulness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
serenest
συγκριτικός βαθμός
serener
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The serene lake reflected the colors of the sunset, creating a breathtakingly peaceful scene.
Η γαλήνια λίμνη αντανακλούσε τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, δημιουργώντας μια ειρηνική σκηνή που κόβει την ανάσα.
Λεξικό Δέντρο
serenely
serene



























