serene
Pronunciation
/sɝˈin/

Ορισμός και σημασία του "serene"στα αγγλικά

01

γαλήνιος, ήρεμος

characterized by calmness, tranquility, and peacefulness
serene definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
serenest
συγκριτικός βαθμός
serener
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spa offered serene surroundings and calming music, allowing guests to relax and unwind from their busy lives.
Το σπα προσέφερε γαλήνιο περιβάλλον και χαλαρωτική μουσική, επιτρέποντας στους επισκέπτες να χαλαρώσουν και να ξεφύγουν από τις πολυάσχολες ζωές τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store