Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serene
01
γαλήνιος, ήρεμος
characterized by calmness, tranquility, and peacefulness
Παραδείγματα
The spa offered serene surroundings and calming music, allowing guests to relax and unwind from their busy lives.
Το σπα προσέφερε γαλήνιο περιβάλλον και χαλαρωτική μουσική, επιτρέποντας στους επισκέπτες να χαλαρώσουν και να ξεφύγουν από τις πολυάσχολες ζωές τους.
Λεξικό Δέντρο
serenely
serene



























