Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to regroup
01
ανασυντάσσω, αναδιοργανώνω
to organize again, especially after facing a setback or challenge
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regroup
γ΄ ενικό πρόσωπο
regroups
ενεστώτα μετοχή
regrouping
απλός αόριστος
regrouped
παθητική μετοχή
regrouped
Παραδείγματα
After losing the first round, the team needed to regroup before the next match.
Μετά την απώλεια του πρώτου γύρου, η ομάδα χρειάστηκε να ανασυνταχθεί πριν από τον επόμενο αγώνα.
02
αναδιοργανώνω, επανασυνθέτω
to organize or gather things or people into a new arrangement or group
Transitive: to regroup sb/sth
Παραδείγματα
After the chaotic meeting, they decided to regroup the committee members for better coordination.
Μετά τη χαοτική συνάντηση, αποφάσισαν να επαναομαδοποιήσουν τα μέλη της επιτροπής για καλύτερο συντονισμό.
Λεξικό Δέντρο
regroup
group



























